κύβηβος

κύβηβος, -ον (Α)
1. αυτός που σκύβει προς τα εμπρός
2. αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης ή μανίας
3. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Κύβηβος
ο θεράπων τής Κυβέλης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Βλ. και λ. κύβη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κύβηβος — stooping with the head masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύβηβος — stooping with the head masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύβηβον — κύβηβος stooping with the head masc/fem acc sg κύβηβος stooping with the head neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κύβηβον — Κύβηβος stooping with the head masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύβη — κύβη, ἡ (Α) η κεφαλή. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. συνδέεται με τους τ. κύβηβος*, κυβηβῶ*, κυβητίζω, κυβήσινδα] …   Dictionary of Greek

  • keu-2, keu̯ǝ- —     keu 2, keu̯ǝ     English meaning: to bend     Deutsche Übersetzung: often with labialen or gutturalen extensions: “biegen” in verschiedenen Sonderungen as “in joint biegen, Gelenk, sich bũcken, sich drehen”; “Einbiegung, Einwölbung,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.